Επειδή τα ομοιοπαθητικά φάρμακα δονούν τον οργανισμό και δρουν μέσω της κινητοποίησης του αμυντικού μηχανισμού του ιδίου του οργανισμού, η διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την κατάσταση του μηχανισμού αυτού και δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Δηλαδή ο απαραίτητος χρόνος δεν μπορεί να είναι ούτε προκαθορισμένος, αλλά ούτε ο ίδιος για όλες τις περιπτώσεις. Σε μια οξεία ασθένεια, π.χ πυρετός, κρυολόγημα, γαστρεντερίτιδα, το θεραπευτικό αποτέλεσμα είναι άμεσο και επιτυγχάνεται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις όμως χρειάζεται περισσότερος χρόνος μέχρι να υπάρξει θεραπευτικό αποτέλεσμα, ιδιαίτερα όταν οι ασθενείς έχουν προσφύγει στην ομοιοπαθητική, αφού έχουν δοκιμάσει πρώτα όλες τις άλλες μεθόδους χωρίς επιτυχία. Συνήθως, μέσα στον πρώτο μήνα από την έναρξη της αγωγής, εμφανίζονται κάποιες αλλαγές και στο διάστημα των επόμενων μηνών εγκαθίσταται η βελτίωση στις βαθύτερες και πιο χρόνιες προδιαθέσεις του ατόμου. Η ομοιοπαθητική αποτελεί μία ολιστική αντιμετώπιση και γι’αυτό η βελτίωση επέρχεται σταδιακά, τόσο στις σωματικές, όσο και στις ψυχοδιανοητικές λειτουργίες του ατόμου. Σε γενικές γραμμές τα παιδιά, ως «παρθένοι» οργανισμοί που είναι, παρουσιάζουν γρηγορότερη ανταπόκριση σε σχέση με τους ενήλικες.

Τόσο η διάρκεια της αγωγής όσο και το τελικό θεραπευτικό αποτέλεσμα είναι πολυπαραγοντικά και εξαρτώνται από:
-το είδος και την χρονιότητα των παθήσεων.
-το είδος και τη διάρκεια λήψης των χημικών φαρμάκων πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της αγωγής.
-τον τρόπο ζωής του ατόμου (διατροφή, άσκηση, καταχρήσεις).
-την ηλικία, το επίπεδο υγείας και τις γενετικές του προδιαθέσεις.
-τη συνεργασία με τον Ιατρό και την πλήρη συμμόρφωση στις υποδείξεις του.
-την αποφυγή των ουσιών που αντιδοτούν τη δράση των ομοιοπαθητικών φαρμάκων (καφές, μέντα κτλ)
-τυχόν εμφάνιση νέων απρόβλεπτων διανοητικών, ψυχικών ή σωματικών συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Άμεση επικοινωνία        6981 080369

Τελευταία ανάρτηση: